1867

Βillaras

Γιά τον Γιάννη….

“Τι λεν τα μπούκια Βασιλάκη, πως πάει ο τζίρος;”. Πόσες φορές δεν άκουσα αυτή τη φράση από τον Γιάννη. Οπως άκουγα πάντα και το…βήμα του. Ναι, το βήμα του. Χαρακτηριστικό. Βαρύ. “Ηρθες ρε γκεστάπο” του έλεγε χαριτολογώντας άλλος συνάδελφος, επειδή ο Γιάννης περπατούσε με κοφτό και βαρύ βήμα (κι είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τη Γερμανία, μεγάλωσε εκεί από γονείς μετανάστες).

Μ'αρεσε να τον πειράζω. Είχε ιδιάιτερο χιούμορ. Ο τρόπος που κοίταζε το κινητό μέσα από τα γυαλιά του δεν ξεχνιέται. Είχαμε κοινή πορεία σε πολλά. Μας ένωνε η ΑΕΚ (πέρασα κι εγώ από το ρεπορτάζ της, ενώ είμαστε και οι δύο φίλοι της), μας ένωνε το στοίχημα (ο Γιάννης έπαιζε παράνομο όταν στην Ελλάδα ήρθε ο Γιώργος Παρασκευάς με τον οποίο και συνεργάστηκε, κάτι που ξέρουν ελάχιστοι), μας ένωνε πάνω από όλα η Ελευθεροτυπία.

Είκοσι χρόνια ήταν αυτά. Ταιριάζαμε και γενικώς, σαν άνθρωποι. Το τελευταίο μας κοινό μετερίζι ήταν όλο το διάστημα της επανέναρξης της Ελευθεροτυπίας. Εκείνος διευθυντής αθλητικού, εγώ αρχισυντάκτης. Μαζί σχεδιάζαμε, κατευθύναμε, προτείναμε, κράζαμε, διαφωνούσαμε, τσακωνόμαστε, όλα μαζί. Μαζί πονέσαμε κιόλας όταν ξανάκλεισε.

Πολύ. Η πληγή αυτή δεν θα κλείσει ποτέ. Ως και στο μαράζι συμπορευθήκαμε. Γήπεδα, γραφείο, ταβερνάκια, πολλές ώρες. Μέρες. Μήνες. Χρόνια. Σχεδιάζαμε τον Ιούνιο να έρθει κι αυτός Βερολίνο. Τελικός Champions League στη Γερμανία! Δεν τα κατάφερε. Κι όμως, την ώρα του ματς, με τον Γιάννη αντάλλασα sms. “Ηταν οφ σαιντ ρε συ”; “Ηταν πέναλτι;”.

“Να φάς κάρι βουρστ μόλις φτάσεις” η προτροπή του. Εφαγα Γιάννη μου… Δεν γράφω επικήδειο. Δεν είμαι καλός. Πόνο βγάζω στο χαρτί, γιά να μην σκάσω. Και να μπορέσω, έστω και στο ελάχιστο -αν δεν τον ήξερες δεν υπάρχουν λόγια- να μεταφέρω σε όλους, τι ΤΙΤΑΝΑΣ δημοσιογραφίας ήταν. Λένε γιά αλήτες, ρουφιάνους και δεν ξέρω τι άλλο.

Ο Γιάννης είχε αρρώστια με τη δουλειά. Πόρωση. Και πάντα-πέρα από εργασιομανής και τελειομανής- πάντα ακέραιος. Σπάνια συναντάς πλέον ακέραιο συναδελφο. Πάντα κάθετος σε όποια εξουσία. Πάντα στο μετερίζι της κριτικής. Πάντα αμφέβαλλε, σκάλιζε, έψαχνε, αποκάλυπτε, δεν μάσαγε ποτέ τα λόγια του. Καυστικός ακόμα και με όσους συμπαθούσε.

Δεν χάριζε σε κανέναν. ΕΤΣΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΊΝΑΙ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ. Κι αυτό δεν μαθαίνεται. Ή το'χεις ή όχι. Ο Γιάννης το΄χε ως το μεδούλι. Γιάννη, είμαι τυχερός που σε γνώρισα. Που γίναμε φίλοι. Καλοί φίλοι. Που συμπορευτήκαμε γιά δυό δεκαετίες. Που παλέψαμε μαζί. Που ξεκινήσαμε και τελειώσαμε μαζί τόσες δουλειές. Τα βράδια που διαφωνούσαμε, που εσύ έλεγες να κάνουμε κάτι έτσι κι εγώ αλλιώς, σου έλεγα μετά “καλό είναι που φωνάζουμε, εκτόνωση είναι, δεν το κρατάμε να μας φάει μέσα μας”.

Πήγες να βρεις τους άλλους αθλητικούς. Τον Κώστα (Αναστασόπουλο), τον Κώστα (Τσόγκα), τον Λάζαρο (Μουρκάκο), τον Φίλιππο (Συρίγο), τον Γιώργο (Βενετούλια). Καλό παρεάκι θα είστε. Αλλά κι εμείς καλό δεν είμαστε ρε Γιάννη; Λίγο απότομα δεν μας “την έκανες;”. Ετσι ξαφνικά σήμερα το πρωί; Κακία δεν θα σου κρατήσω. Δεν μπορώ, κανείς δεν μπορούσε με σένα.

Μόνο αγάπη. Πολύ αγάπη. Και πόνο που προστίθεται στους άλλους πόνους. Και που δεν αντέχεται τούτες τις ώρες ρε Γιάννη. Θα “στα πω” και την Τρίτη αδερφέ μου ΓΙΑΝΝΗ ΞΕΝΑΚΗ. Στο ύστατο αντίο. Και θα σ'εχω πάντα (σε είχα, αλλά σιγά μην στο λεγα) φάρο. Οδηγό. Υ.Γ: Να με συμπαθάτε, αλλά δεν ξέρω αν θα γραψω αύριο. Δεν ειμαι σε θέση.

Παλαιότερα άρθρα του Billaras